Πέμπτη, 7 Νοεμβρίου 2013

Εξωτερική πολιτική (1823-1832)



H αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση και ο φόβος για τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους που θα λειτουργούσε ως εκφραστής των ρώσικων συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται ότι επέδρασαν στην αναθεώρηση της αγγλικής πολιτικής στο ελληνικό ζήτημα. H αρχική αρνητική στάση της Αγγλίας, η οποία εκφράστηκε ιδιαίτερα από τις αγγλικές αρχές της Ιονίου Πολιτείας, σύντομα μεταστράφηκε με τη σταδιακή υιοθέτηση ευνοϊκότερων θέσεων για την ελληνική πλευρά. Στη μεταστροφή της αγγλικής στάσης συνέτεινε και η ανάδειξη του Γ. Κάνιγκ (G. Cannig) στην κορυφή του αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Αύγουστο του 1822. Τα πρώτα σημάδια της νέας πολιτικής φάνηκαν την άνοιξη του 1823, όταν η Αγγλία αναγνώρισε τους επαναστατημένους Έλληνες ως εμπόλεμο έθνος. Επιπρόσθετα, φαίνεται ότι κατά τους επόμενους μήνες ενθαρρύνθηκαν ανεπίσημα χρηματο-πιστωτικοί κύκλοι στο Λονδίνο να προχωρήσουν στη σύναψη δανείων (1824, 1825) με την ελληνική Διοίκηση. Τα δάνεια αυτά, για τη σύναψη των οποίων υποθηκεύτηκαν οι εθνικές γαίες, σήμαιναν την έμμεση αναγνώριση ενός εν δυνάμει ελληνικού κράτους, το οποίο μελλοντικά θα αποπλήρωνε τα δάνεια αυτά.

Kοντολογίς, η προώθηση των διαφορετικών και συχνά ανταγωνιστικών οικονομικών και γεωπολιτικών συμφερόντων των δύο ισχυρών κρατών, της Αγγλίας και της Ρωσίας, κατέτειναν σταδιακά σε ευνοϊκές για την ελληνική πλευρά διπλωματικές κινήσεις. Ιδίως μετά το 1825-1826, οπότε η ελληνική επανάσταση κάμπτεται στο πεδίο των μαχών, οι πρωτοβουλίες των δύο Δυνάμεων, τις οποίες ακολούθησε η Γαλλία όχι όμως η Αυστρία και η Πρωσία, υποχρέωσαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποδεχτεί στο τέλος της δεκαετίας του 1820 τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Αλλαγή στη στάση των δυνάμεων 1823

Ευνοϊκή αντιμετώπιση «ελληνικού ζητήματος»

·      Συμφέροντα δυνάμεων στην περιοχή (Ελλάδα)
·      Ανταγωνισμός μεταξύ των δυνάμεων
·      Η αγγλική πολιτική γίνεται φιλική προς τους αγωνιζόμενους Έλληνες
·      Η αλλαγή της αγγλικής πολιτικής είχε ως συνέπεια και την αλλαγή της ρωσικής
·   Το 1827 η Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία υπέγραψαν στο Λονδίνο συνθήκη που καλούσε τις εμπόλεμες πλευρές σε ανακωχή και να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για τη δημιουργία αυτόνομου ελληνικού κράτους
·      Η Τουρκία δεν δέχεται
·      Η άρνηση είχε αποτέλεσμα τη Ναυμαχία Ναυαρίνου
·    Πλοία των μεγάλων δυνάμεων με επικεφαλείς Κόρδινγκτον, Δεριγνύ και Χέυδεν κατέπλευσαν στην Πήλο για να εφαρμόσουν τις αποφάσεις των Μ. Δυνάμεων
·    Στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, τον Οκτώβριο του 1827, ενωμένες οι ναυτικές συμμαχικές δυνάμεις κατέστρεψαν ολοκληρωτικά τον τουρκοαιγυπτιακό στόλο
·    Η νίκη των δυνάμεων επιτάχυνε τις εξελίξεις και οδήγησε στην απελευθέρωση της Ελλάδας
  • Ιουλιανή Συνθήκη (Λονδίνο, 6 Ιουλίου 1827)

Το 1926 η οθωμανική αδιαλλαξία απέναντι σε μία διπλωματική λύση του "Ελληνικού Ζητήματος" διευκόλυνε τη ρωσική επιθετικότητα. Ο τσάρος απείλησε εκ νέου με πόλεμο, κάτι που για να το αποφύγει η Αγγλία αναγκάστηκε να επαναφέρει στο προσκήνιο το ελληνικό ζήτημα. Στις 24 Απριλίου 1826 ο δούκας του Ουέλινγκτον υπέγραψε με τον ρώσο ομόλογό του, το Πρωτόκολλον της Πετρουπόλεως, το πρώτο επίσημο έγγραφο που αναγνώρζε την πολιτική ύπαρξη των εξεγερμένων ελληνικών επαρχιών. Σύμφωνα με το Πρωτόκολλο, οι δυο χώρες η Αγγλία και η Ρωσία, θα εργάζονταν υτέρ της δημιουργίας ενός φόρου υποτελούς στην Πύλη ελληνικού κράτους και, το σημαντικότερο, εάν το σχέδιο αυτό δεν γινόταν αποδεκτό από το σουλτάνο, τότε οι δυο χώρες θα μπορούσαν να επέμβουν. Το Πρωτόκολλο τηςΠετρουτόλεως ήταν η τελευταία στροφή πριν από την τελική ειθεία, και εκείνο που οδήγησε στην Ιουλιανή Συνθήκη του επόμενου έτους. Στο μεταξύ, παρολες τις σινεχιζόμενες ευρωπαϊκές πιέσεις η αδιαλλαξία της Πύλης συνεχίστηκε και όλες οι συμβιβαστικές ενεργειες και προτάσεις απορρίφθηκαν με υπεροψία. Η οθωμανική στάση διευκόλυνε τη Ρωσία να δείξει τις διαθέσεις της στέλνοντας ισχυρή ναυτική μοίρα στην ανατολική Μεσόγειο. Το γεγονός αυτό επιτάχυνε τις εξελίξεις. Στις 6 Ιουλίου 1827, οι υπουργοί Εσωτερικών της Αγγλίας λόρδος Dudley, της Γαλλίας, πρίγκιπας Polignac και της Ρωσίας πρίγκιπας Lieven, υπέγραψαν κείμενο σινθήκης παρόμοιο με εκείνο του Πρωτοκόλλου της Πετρουπόλεως.
Οι τρεις Δυνάμεις συμφώνησαν:
• να απαιτήσουν ανακωχή μεταξύ των δυο εμπολέμων, και αν αυτό γινόταν αποδεκτό να προχωρρουν σε περαιτέρω διακανονισμούς
• ως διακανονισμούς όριζαν τις σχετικές διπλωματικές πρωτοβουλίες για την ίδρυση αυτόνομου ελληνικού κράτους, υποτελούς στο σουλτάνο, και τις διαπραγματεύσεις για τα σύνορα του νέου κράτους
• σε περίπτωση άρνησης της Πύλης οι τρεις χώρες θα ξεκινούσαν διπλωματικές σχέσεις προξενικού επιπέδου, με την Ελλάδα
• σε περίπτωση που μία από τις δυο πλευρές παραβίαζε την ανακωχή οι Δυνάμεις θα εμπόδιζαν τις σιγκρούσεις χωρίς να συμμετάσχουν οι ίδιες.

Κατά τις επόμενες ημέρες οι κυβερνήσεις έστειλαν σχετικές οδηγίες στους στόλαρχούς τους στην ανατολική Μεσόγειο. Η Ιουλιανή Συνθήκη ήταν αποφασιστικής σημασίας για την πορεία των επαναστατικών γεγονότων, ιδιαίτερα μία στιγμή που οι ελληνικές δυνάμεις έδειξαν να είναι αδύναμες να αντιμετωπίσουν τις οθωμανικές -ενισχυμένες εδώ και δύο περίπου χρόνια από αιγυπτιακά τακτικά σώματα. Η εκ μέρους των οθωμανών παραβίαση του άρθρου της Συνθήκης που όριζε ότι η παραβίαση της ανακωχής θα έδινε το δικαίωμα στις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις να παρέμβουν για να εμποδίσουν τις συγκρούσεις οδήγησε τρεις περίπου μήνες αργότερα (20 Οκτωβρίου 1826) στη ναυμαχία του Ναυαρίνου.

  •          Συνθήκη της Αδριανουπόλεως (14 Σεπτεμβρίου 1829)       
Η εμμονή της Πύλης να μην αποδεχτεί τις αποφάσεις του 3ου Πρωτοκόλλου, αρνούμενη ακόμη κα τη σύσταση υποτελούς ελληνικής ηγεμονίας στην Πελοπόννησο, κάμφθηκε μετά την προέλαση των ρωσικών στρατευμάτων μέχρι την Αδριανούπολη. Ο σουλτάνος Μαχμούντ Β' υποχρεώθηκε να συναινέσει στις προηγούμενες αποφάσεις και αποδέχθηκε ως ελληνοθωμανική μεθόριο η οποία καθορίστηκε τελεσίδικα στη γραμμή Κόλπου Άρτας – Κόλπου Βόλου.
     

  •          4ο Πρωτόκολλο του Λονδίνου (3 Φεβρουαρίου 1830)
Με αυτό αρχίζει να διαγράφεται εντονότερα η θετική για τα ελληνικά πράγματα τροπή. Αναγνωρίζεται η ανεξαρτησία και όχι η αυτονομία του νέου κράτους. Περαιτέρω ρυθμίζεται αποκλειστικώς από τις Μεγάλες Δυνάμεις η πολιτειακή μορφή του νέου κράτους, που θα είναι μοναρχική, και ορίζεται ηγεμόνας της Ελλάδος ο Λεοπόλδος του Βελγίου.

  •         Συνθήκη του Λονδίνου (7 Mαίου 1832) 

    Mετά την αναγνώριση της Eλλάδας ως κράτους ανεξάρτητου και κυρίαρχου, όπως ορίστηκε με το λεγόμενο Πρωτόκολλο της Aνεξαρτησίας (3 Φεβρουαρίου 1830), δυο βασικά ζητήματα παρέμεναν σε εκκρεμότητα: ο καθορισμός των συνόρων και το πρόσωπο του ηγεμόνα. Σε ό,τι αφορά το δεύτερο ζήτημα, το οποίο ανέκυψε ξανά μετά την παραίτηση του Λεοπόλδου του Σαξ Kόμπουρκ από τον ελληνικό θρόνο στις 9/21 Mαΐου 1830, οι τρεις Δυνάμεις κατέληξαν στον Όθωνα, δευτερότοκο γιο του Λουδοβίκου A' της Βαυαρίας. Η επίσημη αναγόρευση του Όθωνα ως βασιλιά της Eλλάδας, ενός κράτους ανεξάρτητου που τέθηκε σε καθεστώς εγγύησης από τις τρεις Δυνάμεις, οριστικοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Aπριλίου/7ης Mαΐου 1832. Tαυτόχρονα, η Aγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία θα εγγυόνταν δάνειο εξήντα εκατομμυρίων φράγκων. H επιλογή του Όθωνα επικυρώθηκε τυπικά από την ελληνική πλευρά τον Iούλιο του 1832. Ανοιχτό έμενε το θέμα του συντάγματος στο οποίο αντιτίθεντο ιδίως η Pωσία, η Γαλλία αλλά και ο Λουδοβίκος Α'. Σύνταγμα τελικά δε δόθηκε και το θέμα αυτό έμελλε να αποτελέσει βασικό σημείο τριβής ανάμεσα στο Παλάτι και τις πολιτικές δυνάμεις, ιδίως την πρώτη δεκαετία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1833-1843)


    •  Πρωτόκολλο του Λονδίνου (30 Αυγούστου 1832)

    Σε ό,τι αφορά τα σύνορα, ο τελικός διακανονισμός επιτεύχθηκε ύστερα από αρκετές παλινωδίες, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου τον Αύγουστο του 1832.
    Στις 9/21 Ιουλίου 1832 οι τρεις εγγυήτριες Δυνάμεις και η Οθωμανική Αυτοκρατορίας είχαν υπογράψει τη Συνθήκη της Kωνσταντινουπόλεως (Καλεντέρ Κιοσκ). Με τη συνθήκη αυτή οριζόταν ότι τα βορειοδυτικά σύνορα του ελληνικού κράτους θα βρίσκονταν στον Αμβρακικό κόλπο. Σε ό,τι αφορά τα βορειοανατολικά σύνορα, δηλαδή την περιοχή που βρίσκεται βόρεια του ποταμού Σπερχειού και στην οποία βρίσκεται η πόλη της Λαμίας, δεν πάρθηκε καμιά απόφαση και το θέμα παραπέμφηκε σε νέα διάσκεψη στο Λονδίνο. Aποτέλεσμα της Διάσκεψης αυτής υπήρξε το Πρωτόκολλο της 18ης/30ης Aυγούστου 1832. Με αυτό επιδικαζόταν στο ελληνικό κράτος η περιοχή της Λαμίας και έτσι τα ελληνο-οθωμανικά σύνορα ορίζονταν μεταξύ των κόλπων του Αμβρακικού και του Παγασητικού. Ταυτόχρονα, επιδικάστηκε το ποσό των σαράντα εκατομμυρίων γροσίων ως αποζημίωση προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ενώ απορρίφθηκε το αίτημα Σαμιωτών και Κρητικών να ενταχθούν στο ελληνικό κράτος. Η επακριβής χάραξη των συνόρων ολοκληρώθηκε το Νοέμβριο και έγινε αποδεκτή από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στα μέσα Δεκεμβρίου 1832. Ένα περίπου μήνα αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου 1833 ο Όθωνας και η συνοδεία του έφταναν στο λιμάνι του Ναυπλίου, της πρωτεύουσας του πρώτου ελληνικού κράτους.

http://polhist.panteion.gr/images/1821/%CE%94%CE%B9%CF%80%CE%BB%CF%89%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AD%CF%82%20%CF%80%CF%81%CE%AC%CE%BE%CE%B5%CE%B9%CF%82%201828.pdf 

http://polhist.panteion.gr/images/1821/%CE%99%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CE%AE%20%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B8%CE%AE%CE%BA%CE%B7.pdf 

ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ (1821-1823)


 .
ΕΙΣΑΓΩΓΗ: Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΥΣ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΕΙΟΥΣ ΠΟΛΕΜΟΥΣ                                     
 Για περισσότερο από δύο δεκαετίες (1792-1815) η Eυρώπη συνταρασσόταν από μια γενικευμένη σύγκρουση. Στον πόλεμο αυτό κατά τον οποίο συγκρούονταν κράτη και συστήματα νικητές υπήρξαν τα λεγόμενα παλαιά καθεστώτα. Στην πλευρά των ηττημένων βρέθηκαν όχι μόνο η Γαλλία του Nαπολέοντα αλλά πολύ περισσότερο οι δημοκρατικές ιδέες και τα φιλελεύθερα κινήματα που εμπνέονταν από την παράδοση του Διαφωτισμού και ιδίως της Γαλλικής Eπανάστασης. Ωστόσο, η νίκη και η Παλινόρθωση των παλαιών καθεστώτων δε σήμανε εξάλειψη των επαναστατικών ιδεών. Tα σπέρματα της Γαλλικής Επανάστασης είχαν ριζώσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο και επαναστατικές ζυμώσεις εξακολουθούσαν να γίνονται μέσα από μυστικές εταιρείες. H ανάγκη για την αντιμετώπισή τους οδήγησε στη διαμόρφωση ενός συστήματος ασφάλειας και σταθερότητας που προσανατολιζόταν προς ένα διπλό στόχο: Tην αποτροπή ενός νέου πολέμου και παράλληλα κάποιων νέων επαναστάσεων στα πρότυπα της γαλλικής, που πιθανά θα οδηγούσαν στην κατάρρευση των παλαιών καθεστώτων.
 Για την επίτευξη των στόχων αυτών συγκροτήθηκε από το 1815 και μετά η λεγόμενη Iερή, Πενταπλή ή Eυρωπαϊκή Συμμαχία στην οποία μετείχαν οι ισχυρές χώρες της Eυρώπης, οι Mεγάλες Δυνάμεις. H Iερή Συμμαχία υπήρξε για την Aγγλία, τη Ρωσία, την Aυστρία, την Πρωσία και τη Γαλλία το διπλωματικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ασκούσαν την εξωτερική τους πολιτική προωθώντας αφενός τη σταθερότητα των παλαιών καθεστώτων και αφετέρου τα ιδιαίτερα και αντικρουόμενα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντά τους. Aπαιτούνταν λοιπόν μια ελάχιστη συμφωνία κοινής εξωτερικής πολιτικής ανάμεσα στα κράτη αυτά ως προς την αντιμετώπιση όλων εκείνων των ζητημάτων που θα μπορούσαν να εξελιχτούν σε απειλή για τη σταθερότητα στην Eυρώπη. Για το σκοπό αυτό οργανώνονταν συχνά συναντήσεις και συνέδρια στα οποία μετείχαν οι ηγεμόνες των κρατών αυτών και πολιτικοί ηγέτες όπως ο πρίγκηπας Mέτερνιχ, καγκελάριος της Αυστρίας και κατεξοχήν θιασώτης της σταθερότητας.

Κλέμενς Φον Μέττερνιχ

 H πολιτική σταθερότητα ωστόσο δεν ήταν δυνατό να επιτευχθεί σε μια περίοδο γοργών και ριζικών κοινωνικών και οικονομικών αλλαγών, στην οποία είχε ήδη εισέλθει η Ευρώπη του 19ου αιώνα. H αναντιστοιχία οικονομικο-κοινωνικών εξελίξεων και πολιτικών συστημάτων ήταν η συνθήκη που ενδυνάμωνε την απήχηση μυστικών επαναστατικών εταιρειών.Oι επαναστατικές ζυμώσεις οδήγησαν στις αρχές της δεκαετίας του 1820 σε μια σειρά εξεγέρσεων και επαναστάσεων που εκδηλώθηκαν στα Βαλκάνια και τον ευρωπαϊκό νότο.
 Η Ιερή Συμμαχία δεν περιορίστηκε στην καταδίκη των επαναστάσεων αυτών. H Γαλλία κατέπνιξε την Επανάσταση στην Ιβηρική χερσόνησο και η Αυστρία στην Ιταλική. Η Ελληνική Επανάσταση αντίθετα αφέθηκε να αντιμετωπιστεί από την ίδια την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η αντοχή που επέδειξαν οι έλληνες επαναστάτες στα πεδία των μαχών και η σταθεροποίηση της επανάστασης στην Πελοπόννησο, τη Ρούμελη και τα νησιά του Αιγαίου τουλάχιστον έως το 1825, δοκίμασε τη συνοχή της Ιερής Συμμαχίας. Ακόμη περισσότερο οδήγησε ορισμένες από τις Μεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Αγγλία και τη Ρωσία να αναθεωρήσουν τη στάση τους και να ευνοήσουν την προσπάθεια για τη δημιουργία ελληνικού κράτους. Έτσι, η Ελληνική Επανάσταση που αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και ελπίδας στους χώρους των ευρωπαίων φιλελευθέρων υπήρξε το μοναδικό παράδειγμα επανάστασης με ευτυχή κατάληξη σε όλη την περίοδο της Παλινόρθωσης (1815-1830).

Η ΕΥΡΩΠΑΙΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΛΑΙΜΠΑΧ
  Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή σε μια εποχή που οι Μεγάλες Δυνάμεις ασχολούνταν με την καταστολή των εξεγέρσεων στην Ιταλική και την Ιβηρική χερσόνησο. Η Pωσία, η Γαλλία, η Αυστρία, η Πρωσία και η Αγγλία, κράτη με διαφορετικά και συχνά ανταγωνιστικά οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα, θα έπρεπε να κινηθούν από κοινού για την αντιμετώπιση ενός νέου επαναστατικού ξεσηκωμού στην Ευρώπη. Με άλλα λόγια, η προώθηση των ιδιαίτερων συμφερόντων κάθε χώρας δεν έπρεπε να θέτει σε δοκιμασία την πολιτική σταθερότητα στη Γηραιά Ήπειρο. Κάτι τέτοιο προϋπέθετε τη συμφωνία των πέντε ισχυρών κρατών και η συμφωνία αυτή ήταν αποτέλεσμα εξαντλητικών διπλωματικών διαβουλεύσεων και συνεδρίων. Οι αποφάσεις των συνεδρίων ισορροπούσαν ανάμεσα στους βασικούς άξονες μιας στοιχειώδους κοινής εξωτερικής πολιτικής και στα ιδιαίτερα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες σε καμιά περίπτωση δεν εγκατέλειπαν την προσπάθεια επικυριαρχίας η μία επί της άλλης.
 H Οθωμανική Aυτοκρατορία αποτελούσε εστία εντάσεων, ανταγωνισμών και συγκρούσεων που τη μετέτρεπαν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης. O άλλοτε κραταιός ανταγωνιστής των ευρωπαϊκών δυνάμεων είχε περιέλθει σε μια διαρκώς εντεινόμενη παρακμή, εξαιτίας της οποίας αποκλήθηκε ο Mεγάλος Aσθενής. Aπό τα τέλη του 18ου αιώνα είχαν διαφανεί οι αποσχιστικές τάσεις που καλλιεργούνταν στους χριστιανικούς πληθυσμούς των ευρωπαϊκών της κτήσεων. Oι τάσεις αυτές ενισχύονταν από την επιθετική πολιτική της Ρωσίας. Η τελευταία προωθούσε την ένταση των σχέσεών της με την Oθωμανική Aυτοκρατορία, αποβλέποντας στην προσάρτηση περιοχών που θα διευκόλυναν την πρόσβασή της στα λιμάνια και τους θαλάσσιους δρόμους της Aνατολικής Μεσογείου. Ωστόσο, η πολιτική της Pωσίας στην περιοχή έβρισκε αντίθετες τις άλλες Mεγάλες Δυνάμεις και ιδίως την Aγγλία. Tα κράτη αυτά θεωρούσαν την Oθωμανική Aυτοκρατορία εμπόδιο στη ρωσική επέκταση και συνακόλουθα ευνοούσαν την εδαφική ακεραιότητά της.
  Η είδηση της Ελληνικής Επανάστασης έγινε γνωστή στις ευρωπαϊκές αυλές στα μέσα Μαρτίου 1821, όταν έφτασε στο Λάιμπαχ (Λιουμπλιάνα) επιστολή του Αλέξανδρου Υψηλάντη προς το Ρώσο αυτοκράτορα Aλέξανδρο A'.

Τσάρος Αλέξανδρος Α'

 Eκεί βρίσκονταν από τον Ιανουάριο της ίδια χρονιάς οι αυτοκράτορες της Αυστρίας και της Ρωσίας, ο βασιλιάς της Πρωσίας και διπλωματικές αντιπροσωπείες από την Αγγλία και τη Γαλλία, αναζητώντας τρόπους αντιμετώπισης των επαναστάσεων που είχαν ξεσπάσει στην Ιταλία και την Ισπανία. Η θέση που κατείχε ο Υψηλάντης στο ρωσικό στρατό και οι υποκινούμενες από τη Ρωσία εξεγέρσεις των χριστιανών στη νότια Βαλκανική κατά το παρελθόν έφερναν σε δύσκολη θέση τη Ρωσία έναντι των άλλων Δυνάμεων. Έτσι, η αποδοκιμασία της ελληνικής επανάστασης, η οποία εκφράστηκε με τη διαγραφή του Υψηλάντη από τον κατάλογο των αξιωματικών της Ρωσίας και μια επιστολή συνταγμένη από τον Καποδίστρια, σήμαινε πρώτα από όλα την εναρμόνιση της Ρωσίας με τη συνολικότερη στάση των Μεγάλων Δυνάμεων απέναντι σε κάθε επαναστατικό κίνημα.


Α.Υψηλάντης


Η ΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΡΩΣΙΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ: 1822-1823

  Η αποδοκιμασία της Ελληνικής Επανάστασης από τη Ρωσία στο συνέδριο του Λάιμπαχ εγγράφεται στην εναρμόνιση της ρωσικής πολιτικής με την Aρχή της Nομιμότητας που αποτελούσε από το 1815 το βασικό άξονα της διπλωματίας των Μεγάλων Δυνάμεων. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, καταδικαζόταν κάθε ενέργεια που αμφισβητούσε τη νομιμότητα των καθεστώτων ή και την εδαφική ακεραιότητα των υφιστάμενων κρατών. Ωστόσο, τα ιδιαίτερα συμφέροντα της Ρωσίας στη νοτιοανατολική Ευρώπη και οι βλέψεις επί των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ευνοούνταν από την ελληνική επανάσταση. Άλλωστε, η επέμβαση της Ρωσίας στα εσωτερικά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας είχε κατοχυρωθεί μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774), οπότε η Ρωσία αναγνωρίστηκε ως προστάτιδα των ορθόδοξων χριστιανών που διαβιούσαν στα οθωμανικά εδάφη.
  Αφορμή για μια νέα επέμβαση της Ρωσίας στάθηκαν η διαπόμπευση και ο απαγχονισμός του πατριάρχη Γρηγορίου Ε' και οι διώξεις κατά των χριστιανών, ιδίως στην Κωνσταντινούπολη και σε πόλεις της Μικράς Ασίας μετά την άνοιξη του 1821. Η ιδιαίτερα αυστηρή διακοίνωση προς την Υψηλή Πύλη στις αρχές Ιουλίου της χρονιάς αυτής και η διακοπή των ρωσο-οθωμανικών διπλωματικών σχέσεων προκάλεσαν ένταση και πολεμικές προετοιμασίες στις δυο χώρες. Η στάση αυτή της Ρωσίας διατηρούσε ανοιχτό στο διπλωματικό πεδίο το ελληνικό ζήτημα, αν και η καταδίκη της ελληνικής επανάστασης επιβεβαιώθηκε στο συνέδριο της Βερόνας κατά τους τελευταίους μήνες του 1822.

Συνέδριο της Βερόνας (1822)

 Παρά την αποχώρηση του Καποδίστρια τον Αύγουστο του 1822 από το ρωσικό Υπουργείο Εξωτερικών φαίνεται ότι στους κόλπους της ρωσικής διπλωματίας άρχισε να κερδίζει έδαφος η προοπτική μιας ρύθμισης για την ελληνική υπόθεση παρόμοιας με εκείνη που είχε επιτευχθεί στις παραδουνάβιες ηγεμονίες.

Ι.Καποδίστριας

  H αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση και ο φόβος για τη δημιουργία ενός ελληνικού κράτους που θα λειτουργούσε ως εκφραστής των ρώσικων συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο φαίνεται ότι επέδρασαν στην αναθεώρηση της αγγλικής πολιτικής στο ελληνικό ζήτημα. H αρχική αρνητική στάση της Αγγλίας, η οποία εκφράστηκε ιδιαίτερα από τις αγγλικές αρχές της Ιονίου Πολιτείας, σύντομα μεταστράφηκε με τη σταδιακή υιοθέτηση ευνοϊκότερων θέσεων για την ελληνική πλευρά. Στη μεταστροφή της αγγλικής στάσης συνέτεινε και η ανάδειξη του Γ. Κάνιγκ στην κορυφή του αγγλικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Αύγουστο του 1822. Τα πρώτα σημάδια της νέας πολιτικής φάνηκαν την άνοιξη του 1823, όταν η Αγγλία αναγνώρισε τους επαναστατημένους Έλληνες ως εμπόλεμο έθνος.

Γ.Κάνιγκ
 







Δάνεια Ανεξαρτησίας

     Aπό το 1824 και μετά η σημαντικότερη εξέλιξη στα οικονομικά θέματα υπήρξε η σύναψη δύο εξωτερικών δανείων από χρηματοπιστωτικούς κύκλους της Aγγλίας. Oι όροι της αποπληρωμής τους ήταν εξαιρετικά αρνητικοί, ενώ παράλληλα υποθηκεύτηκαν τα Eθνικά Kτήματα, οι οθωμανικές δηλαδή ιδιοκτησίες που πέρασαν στα χέρια των επαναστατών, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα να αποκατασταθούν οι αγωνιστές και γενικότερα οι ακτήμονες αγρότες. Tο σημαντικότερο όμως σημείο αναφορικά με τα εξωτερικά δάνεια δε συνδέεται τόσο με τα οικονομικά θέματα αλλά με την εξωτερική πολιτική. Η ανεπίσημη συγκατάβαση της αγγλικής κυβέρνησης στη χορήγηση των δανείων σήμαινε την εκ των πραγμάτων αναγνώριση της πολιτικής ύπαρξης των Ελλήνων και της δυνατότητάς τους να συγκροτήσουν μελλοντικά κράτος, το οποίο θα μπορούσε να αποπληρώσει τα δάνεια αυτά.http://www.fhw.gr/chronos/12/gr/1821_1833/politiki/13.html
    Η πρώτη ανελαστική και επείγουσα αναγκαιότητα, διαπιστωμένη από όλους τους συντελεστές της επανάστασης, ήταν η προσφυγή στον εξωτερικό δανεισμό. Όπλα, βόλια, κανόνια και πλοία δεν υπήρχαν. Ο εσωτερικός δανεισμός δεν είχε αποδώσει. Ήταν αναμενόμενο από έναν λαό που δεν είχε να δώσει. Έτσι ο Φιλικός Π. Σέκερις έγραφε, τον Αύγουστο του 1821, στον αδελφό του στην Ύδρα, να προσφύγουν στον εξωτερικό δανεισμό έστω και με «ενέχυρο» την Κύπρο ή την Κρήτη. Τον ίδιο δρόμο έδειχναν και οι πρόκριτοι των τριών νησιών (Ύδρα, Σπέτσες, Ψαρά) γράφοντας στον Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας κι αυτός τους απαντούσε ότι, δίχως εξωτερικό δάνειο «το πράγμα (η επανάσταση) δεν πάει».
     Έτσι ξεκίνησαν την αναζήτηση εξωτερικών «δάνειων χρημάτων». Παντού όμως συνάντησαν παγερά πόρτες κλειστές. Ρωσία, Ιταλικά Βασίλεια, Πρωσία, Ευρωπαίοι τραπεζίτες, Ισπανία, Πορτογαλία, παντού δανειοδοτικό αδιέξοδο. Από το 1823 οι συνθήκες μεταστρέφονται. Η χρηματαγορά του Λονδίνου δανείζει «άγρια» τοκογλυφικά τα υπό σύσταση κράτη της Λατ. Αμερικής.
      Αυτήν την εποχή ο Μαυροκορδάτος θα πληροφορηθεί από τον λόρδο Βύρωνα ότι η Αγγλία θα δυσαρεστηθεί αν δεν προστρέξουμε σε αυτήν για δανεισμό. Οι αγγλόφρονες προβάλλοντας ότι θα ’ναι σωτήριο για την ελληνική επανάσταση να πολωθεί μ’ αυτήν η Αγγλία, μέσω της δανειοδότησης, αφού η επιτυχία της επανάστασης θα εξασφάλιζε την επιστροφή των δανεικών και έτσι θα επιβάλλουν την αγγλική δανειοδότηση. Στη συνέχεια οι αγγλόφρονες θα συγκροτήσουν πραξικοπηματικά[1] μια τριμελή Επιτροπή Δανείου, η οποία θα διαπραγματευόταν με το Λονδίνο το δάνειο. Την Επιτροπή συγκρότησαν οι Ι. Ορλάνδος, γαμπρός των Κουντουριωτέων, ο Α. Λουριώτης, επιστήθιος του Μαυροκορδάτου και ο Ι. Ζαΐμης. Κοινός τόπος και των τριών, ότι ήταν αγγλόφρονες. Τελικά θα εξασφάλιζαν από το Λονδίνο δύο δάνεια:
    Τον Φεβρουάριο του 1824
  • Ονομαστικό: 800.000 λίρες στερλίνες (λ.σ.)
  • Τιμή έκδοσης: 59%
  • Επιτόκιο: 5%
  • Υποθήκες: Τα εθνικά κτήματα και όλα τα δημόσια Έσοδα
  • Χρόνος απόσβεσης:            38 χρόνια
    Τιμή έκδοσης σημαίνει ότι χρεωνόσουν το ονομαστικό αλλά έπαιρνες μόνο το 59%, δηλαδή 472.000 λ.σ.. Αλλά ούτε αυτές πήραμε γιατί κράτησαν προκαταβολικά τόκους και χρεολύσια δύο χρόνων, επίσης και τις προμήθειες, συνολικά 123.000. Δηλαδή από τις 800.000 οι δανειολήπτες θα έπαιρναν τις 349.000 ή το 43,6 % του ονομαστικού.
       Τον Φεβρουάριο του 1825
  • Ονομαστικό: 2.000.000 λ.σ.
  • Τιμή έκδοσης: 55,5%
  • Επιτόκιο: 5%
  • Χρόνος απόσβεσης: 10 χρόνια
Αναλυτικά η έκδοση:
  • 2.000.000 λ.σ. στο 55,5%, δηλαδή πραγματικό 1.110.000 λ.σ..
  • Προκαταβολικά κράτησαν τόκους δύο χρόνων, χρεολύσια ενός χρόνου, προμήθειες, μεσιτικά έξοδα σύμβασης 284.000 λ.σ..
  • Έτσι απέμειναν 1.110.000 – 284.000 = 826.000 λ.σ..
     Επί πλέον υποχρέωσαν την ελληνική πλευρά να αγοράσει μετοχές του πρώτου δανείου 113.000 λ.σ.. Επομένως από τη δανειοδότρια τράπεζα των Αδελφών Ricοrdo η ελληνική πλευρά από το δάνειο των 2.000.000 λ.σ. εισέπραξε 713.000 λ.σ. ή το 35,6% του ονομαστικού.
Στη συνέχεια ανέλαβαν οι Άγγλοι «φιλέλληνες», η «Φιλελληνική Εταιρεία» και η διαχειριστική Επιτροπή του δανείου. Ξόδεψαν για τις αγορές άχρηστων πολεμικών υλικών και για την επιχείρηση Κόχραν 491.620 λ. σ..
      Επομένως από τις 2.000.000 λ.σ. τελικά απέμειναν για την Ελλάδα: 713.000 – 491.620 = 221.380 λ.σ. ή το 10,5 % του ονομαστικού.
Συνολικά η Ελλάδα πήρε δύο δάνεια 2,8 εκ. λ.σ. Από αυτά με τις τιμές έκδοσης της αποδόθηκαν 472.000 + 1.110.000 = 1.582.000 λ.σ. το υπόλοιπο 1.218.000 λ.σ. κατακρατήθηκε από τις δανειοδότριες τράπεζες. Για το υπόλοιπο όμως αυτό η Ελλάδα έπρεπε να πληρώνει τόκους και χρεολύσια μέχρι την εξόφληση του δανείου. Δηλαδή θα πλήρωνε τόκους και χρεολύσια για κεφάλαιο που ουδέποτε πήρε!http://www.filistor.net/2013/03/109



Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


Κατά τη διάρκεια της επαναστατικής περιόδου ψηφίσθηκε από συνελεύσεις του επαναστατημένου λαού ,τον Ιανουάριου του 1822, το "Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος". Θα πρέπει να σημειωθεί, πως η ίδρυση αυτού του πολιτεύματος ήταν ιδιαιτέρως σημαντική, αφενός μεν διότι περιείχε, αν και ατελώς, αρχές πολιτικής αυτοδιάθεσης και ατομικής ελευθερίας, για τις οποίες αγωνιζόταν τότε ο λαός, αφετέρου δε διότι αποκάλυπτε την έφεση για διοίκηση και πολιτειακή ευνομία με αιρετούς άρχοντες, με ταυτόχρονη εισαγωγή κάποιων από τα συστατικά της παραδοσιακής ελληνικής κοινωνίας.
Το Σύνταγμα της Επιδαύρου υποβλήθηκε, το Απρίλιο του 1823, σε αναθεώρηση από τη Β΄ Εθνοσυνέλευση, η οποία συνήλθε στο Άστρος. Το νέο Σύνταγμα, που αποτελούσε απλή αναθεώρηση του προϊσχύσαντος, ονομάστηκε 
"Νόμος της Επιδαύρου", ήταν νομοτεχνικώς αρτιότερο και καθιέρωνε ελαφρά υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής. Ακόμη, μεταρρύθμιζε τα δικαιώματα της εκτελεστικής εξουσίας τα σχετικά με την κατάρτιση των νόμων, βελτίωνε τις διατάξεις περί ατομικών δικαιωμάτων και μετέβαλλε επί το δημοκρατικότερο τον εκλογικό νόμο.
Το σημαντικότερο των Συνταγμάτων της Επανάστασης ψηφίσθηκε στην Τροιζήνα το Μάιο του 1827 από τη Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Κατόπιν, με ψήφισμά της εξέλεξε τον Ιωάννη Καποδίστρια «Κυβερνήτη της Ελλάδος» για επτά χρόνια και ψήφισε το "Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος" που έμεινε στην ιστορία ως το πιο φιλελεύθερο και δημοκρατικό σύνταγμα της εποχής του. Η Συνέλευση θέλοντας να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και βεβαίως από το Πολίτευμα της Ελληνικής Δημοκρατίας του Ρήγα, διακήρυττε στο νέο Σύνταγμα για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας.

«Προσωρινόν Πολίτευµα της Επιδαύρου»
Την 1η Ιανουαρίου 1821 ψηφίστηκε  από την Α' Εθνοσυνέλευση το πρώτο Σύνταγµα της Επανάστασης το «Προσωρινόν Πολίτευµα της Επιδαύρου». Με αυτό το σηµαντικό κείµενο, 
(η σύνταξη του οποίου ανατέθηκε σε δωδεκαµελή επιτροπή), στην πραγµατικότητα συντάχθηκε από τον Μαυροκορδάτο, τον Νέγρη, τον Αναστάσιο Πολυζωίδη και, κυρίως από τον επαγγελµατία του είδους ιταλό επαναστάτη Vicenzo Gallina. Το Πολίτευµα της Επιδαύρου δεν διεκδικεί, βεβαίως καµία πρωτοτυπία. Ούτε όµως υπήρξε και απλή αντιγραφή κάποιου ήδη ισχύοντος συντάγµατος. Όπως και πολλά άλλα ευρωπαϊκά, επηρεάσθηκε από τα γαλλικά δηµοκρατικά συντάγµατα, και ιδιαιτέρως από το Σύνταγµα του 1795 (της 5ης Fructidor του έτους ΙΙΙ), αλλά και από το αµερικανικό του 1787. Υπήρξε, κατ' ουσίαν, µία ελεύθερη απόδοση των γαλλικών συνταγµάτων του 1793 και του 1795. Το Πολίτευµα της Επιδαύρου ήταν µία καθαρή νίκη που επέτυχαν οι δυτικότροποι οπαδοί του συνταγµατικού πολιτεύµατος στο πεδίο των θεσµών.Σύµφωνα µε το Σύνταγµα, η Διοίκηση αποτελείται από δύο Σώµατα, το Βουλευτικόν και το Εκτελεστικόν. Η εκτελεστική εξουσία ασκείται από το Εκτελεστικόν Σώµα, πενταµελές όργανο µε ετήσια θητεία (ένα από τα µελή του ασκεί καθήκοντα προέδρου) στο οποίο δεν εκλέγονται µέλη του Βουλευτικού Σώµατος. Το Εκτελεστικό εκλέγει επτά υπουργούς: Εσωτερικών, Οικονοµίας, Δικαίου, Πολεµικών, Ναυτικών, Θρησκείας και Αστυνοµίας, και έναν αρχιγραµµατέα της Επικρατείας, πρώτο τη τάξη υπουργό που ασκεί και τα καθήκοντα του υπουργού Εξωτερικών. 
Οι κυριότερες αρµοδιότητες του Εκτελεστικού είναι: 
• Η επικύρωση και η εκτέλεση των νόµων που ψηφίζει το Βουλευτικό, µε δικαίωµα veto, 
• η υποβολή νοµοσχεδίων στο Βουλευτικό, 
• η διεύθυνση όλων των χερσαίων και θαλάσσιων στρατιωτικών δυνάµεων, 
• η λήψη εσωτερικών και εξωτερικών δανείων µε υποθήκη τα δηµόσια κτήµατα, 
• ο διορισµός των υπουργών και ο προσδιορισµός των καθηκόντων τους και το δικαίωµα παύσης τους, 
• ο διορισµός των πρέσβεων, 
• η εκποίηση εθνικών γαιών, 
• οι προβιβασµοί των στρατιωτικών, 
• η άσκηση της εξωτερικής πολιτικής η κήρυξη πολέµου και, 
• η υπογραφή συνθηκών ειρήνης.
Το Βουλευτικόν, ασκεί τη νοµοθετική εξουσία. Διαθέτει πρόεδρο και αντιπρόεδρο µε ετήσια θητεία, εκλεγµένους κατά πλειοψηφία και δυο γραµµατείς µε ετήσια επίσης θητεία. Τα µέλη του πρέπει να είναι Έλληνες άνω των τριάντα ετών, εκλεγµένοι αντιπρόσωποι (παραστάτες) των ελευθέρων επαρχιών. Οι αποφάσεις του, όπως και του Εκτελεστικού, λαµβάνονται δια πλειο-ψηφίας µε υπερισχύουσα, επί ισοψηφίας της ψήφου του προέδρου Το σώµα διορίζει οκτώ επιτροπές όσες και τα υπουργεία, και κάθε µία από αυτές επεξεργάζεται τα σχέδια νόµων της αρµοδιότητάς της. Περαιτέρω, εγκρίνει τον ετήσιο δηµόσιο προϋπολογισµό, εγκρίνει τους στρατιωτικούς προβιβασµούς ενώ καµία πράξη του Εκτελεστικού σχετική µε την κήρυξη 
πολέµου ή συνθήκη ειρήνης δεν αποφασίζεται δίχως τη σύµφωνη γνώµη του. 
Η τρίτη εξουσία είναι το Δικαστικόν. Το όργανο είναι ενδεκαµελές και τα µέλη του εκλέγουν τον πρόεδρο τους. Προβλέπεται η σύσταση δικαστηρίων (Κριτηρίων) σε κάθε επαρχία, και ενός δευτεροβάθµιου Ανωτάτου Κριτηρίου στην πρωτεύουσα. Περαιτέρω, σε κάθε κοινότητα συστήνονται Ειρηνοδικεία, στα οποία κρίνονται, από τον κριτή ειρηνοποιό, ελάσσονος σηµασίας υποθέσεις.
Δια της ψήφισης του Πολιτεύµατος της Επιδαύρου, στις επαναστατηµένες ελληνικές περιοχές εγκαθιδρύεται νέο Πολίτευµα, στο οποίο καθορίζονται οι πολιτικές αρχές των επαναστατηµένων περιοχών. Το γεγονός αυτό, που δηµιούργησε νέο πόλο εξουσίας, υπήρξε τρόπον τινά, και η ληξιαρχική πράξη θανάτου της Φιλικής Εταιρείας, ως ανώτατης αρχής του αγώνα.




 « Νόμος της Επιδαύρου»

Στις 13 Απριλίου 1823 ψηφίστηκε το αναθεωρηµένο Σύνταγµα, οι νέες διατάξεις το 
καθιστούσαν περισσότερο δηµοκρατικό και φιλελεύθερο από το προηγούµενο.Μία σηµαντική απόφαση της  B' Εθνοσυνέλευσης ήταν η κατάργηση των επαρχιακών διοικήσεων, δηλαδή της Πελοποννησιακή; Γερουσίας, του Οργανισµού της Δυτικής Χέρσου Ελλάδος και της Νοµικής Διάταξης της Ανατολικής Ελλάδος. Επρόκειτο για µία πράξη που αποσκοπούσε στην ενδυνάµωση της κεντρικής διοίκησης η οποία δεν θα διαπραγµατευόταν πλέον τη διαχείριση της εξουσίας µε περιφερειακάδιοικητικά όργανα.Περαιτέρω, αποφασίστηκε η σύσταση εννεαµελούς επιτροπής για την εκπόνηση Ποινικού Κώδικα, δωδεκαµελούς επιτροπής για την κατάρτιση δηµοσίου προϋπολογισµού (έφερε την ονοµασία.Υποθετικός Ετήσιος Λογαριασµός)· δωδεκαµελούς επιτροπής για την οργάνωση των επαρχιών· ορίστηκε ως έδρα της κυβερνήσεως η Τριπολιτζά, και, τέλος, εγκρίθηκε η κατάληψη δηµοσίων αξιωµάτων και από µέλη άλλων, πλην του ορθοδόξου, χριστιανικών δογµάτων. Ως προς τα στρατιωτικά ζητήµατα,θεωρήθηκε αναγκαία η συγκρότηση σωµάτων τακτικού στρατού· το Μινιστέριον τον Πολέµου αποφασίστηκε να διοικείται από τριµελή επιτροπή (ένα µέλος από τη Στερεά, ένα από την Πελοπόννησο και ένα από τη Μάνη)· όπως και το Μινιστέριον τον Ναυτικού (από έναν Υδραίο, ένα Σπετσιώτη και έναν Ψαριανό). Τέλος, καταργήθηκε ο τίτλοs του αρχιστρατήγου.



ΤO ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Στην Τροιζήνα(19 Μαρτίου 1824- 5 Μαΐου 1827) ελήφθησαν σειρά αποφάσεων σηµαντικότερες από τις οποίες ήταν η ψήφιση νέου Συντάγµατος. Συγκεκριµένα η Συνέλευση, µε κάποιες προσθαφαιρέσεις και διορθώσεις ενέκρινε το νέο Πολίτευµα, το Πολιτικόν Σύνταγµα της Ελλάδος. Το νέο σύνταγµα, το οποίο έδωσε τέλος στην περίοδο των "Προσωρινών Διοικήσεων," υπήρξε, δίχως να απολέσει τα δυτικά του χαρακτηριστικά, περισσότερο συµβατό από τα προηγούµενα προς την ελληνική πραγµατικότητα· και µε διευρυµένα τα ατοµικά δικαιώµατα. Πηγές και πρότυπά του αποτέλεσαν τα συντάγµατα της Γαλλικής Επαναστάσεως (1783, 1795, 1799) και τα επόµενα γαλλικά, της Νάπολης (1820), το ισπανικό (1820) και το αµερικανικό (1787), που είχε ή5η µεταφραστεί το 1824 από τον Αναστάσιο Πολύζωΐδη και το οποίο προέτρεπε επανειληµµένα να εφαρµοστεί ο επιφανής έλληνας διαφωτιστής Αδαµάντιος Κοραής. Το νέο Σύνταγµα είχε 150 άρθρα χωρισµένα σε εννέα κεφάλαια που κάλυπταν όλες τις πτυχές της δηµόσιας οργάνωσης.. Το άρθρο 1 βεβαιώνει µεν–όπως και τα ανάλογα άρθρα των δυο προηγουµένων συνταγµάτων- την "ελευθερίαν της λατρείας", δηλαδή την ανεξιθρησκία, ορίζει όµως ως επίσηµη θρησκεία της ελληνικής επικρατείας το ανατολικό ορθόδοξο δόγµα. 
Το άρθρο 5 καθιερώνει την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας "Η κυριαρχία ενυπάρχει στο έθνος κάθε εξουσία πηγάζει από αυτό και υπάρχει υπέρ αυτού," ενώ το άρθρο 7 επαναβεβαιώνει την αρχή της ισότητας απέναντι στους νόµους. Περαιτέρω, διασφαλίζεται η προσωπική ελευθερία, (άρθρο 11), η τιµή η ζωή και η περιουσία των πολιτών (άρθρο 12), η ελευθερία της έκφρασης (άρθρο 26), απαγορεύονται τα βασανιστήρια και η δήµευση περιουσίας (άρθρο 18), εισάγεται η αρχή που απαγορεύει την αναδροµική ισχύ του νόµου (άρθρο 19) και η αρχή nos bis in idem (κανείς δεν κρίνεται δις για το αυτό αδίκηµα). Καταργείται η δουλεία, η δε ελληνική επικράτεια καθίσταται χώρος ασύλου και ασφάλειας Τέλος σηµαντικά είναι και τα υπ' αριθ. 27 και 28 άρθρα, ως δηλωτικά του δηµοκρατικού χαρακτήρα που θέλει να επιβάλει ο νοµοθέτης Σύµφωνα µε αυτά "κανείς τίτλος ευγενείας δεν δίδεται από την ελληνικήν πολιτεία" και "τα επίθετα εκλαµπρότατος εξοχότατος κλπ δεν δίδονται εις κανέναν έλληνα εντός της επικρατείας.http://www.polhist.panteion.gr/keni/index.php/el/1821



Κωνσταντίνος Ηλιάδης, Ο Ιωάννης Καποδίστριας.
Αθήνα, Συλλογή Πανεπιστημίου.
Χρήστου, Χ., Προσωπογραφίες από τη Συλλογή του Πανεπιστημίου Αθηνών 1837-1987, Έκδοση Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου, Αθήνα 1987, σ. 84.







 



Στις 9/21 Mαΐου 1830, οι τρεις Δυνάμεις (Αγγλία- Γαλλία- Ρωσία) κατέληξαν στην επιλογή του Όθωνα, δευτερότοκου γιού του Λουδοβίκου A' της Βαυαρίας, ως ηγεμόνα της Ελλάδος. Η επίσημη αναγόρευση του Όθωνα ως βασιλιά της Eλλάδας, ενός κράτους ανεξάρτητου που τέθηκε σε καθεστώς εγγύησης από τις τρεις Δυνάμεις, οριστικοποιήθηκε με τη Συνθήκη του Λονδίνου της 25ης Aπριλίου/7ης Mαΐου 1832. Tαυτόχρονα, η Aγγλία, η Γαλλία και η Ρωσία θα εγγυόνταν δάνειο εξήντα εκατομμυρίων φράγκων. H επιλογή του Όθωνα επικυρώθηκε τυπικά από την ελληνική πλευρά τον Iούλιο του 1832. Ανοιχτό έμενε το θέμα του συντάγματος στο οποίο αντιτίθεντο ιδίως η Pωσία, η Γαλλία αλλά και ο Λουδοβίκος Α'. Σύνταγμα τελικά δε δόθηκε και το θέμα αυτό έμελλε να αποτελέσει βασικό σημείο τριβής ανάμεσα στο Παλάτι και τις πολιτικές δυνάμεις, ιδίως την πρώτη δεκαετία του νεοσύστατου ελληνικού κράτους (1833-1843).http://www.fhw.gr/chronos/12/gr/1821_1833/diethni/07.html
Οπότε, παρά τις προσπάθειες των Ελλήνων κατά τη διάρκεια της Επαναστάσεως για ένα πολίτευμα φιλελεύθερο και δημοκρατικό, το πολίτευμα που επιβλήθηκε στο νέο κράτος για τα επόμενα 10 χρόνια ήταν η απόλυτη μοναρχία.



Φιλελληνικό κίνημα

Ο όρος φιλέλληνας


Ο όρος Φιλέλληνας (Αρχαία Ελληνική: "Φιλέλλην", σύνθετη φίλος + Έλλην), αποτελεί χαρακτηρισμό εκείνου που τρέφει ιδιαίτερη αγάπη προς τους Έλληνες και κάθε τι ελληνικό που την εκδηλώνει όμως δια λόγου ή έργου. Στη νεοελληνική καθιερώθηκε να λέγεται για ξένους υπηκόους που εκδήλωσαν φίλια αισθήματα προς την Ελλάδα, κυρίως κατά τον Αγώνα της ανεξαρτησίας του 1821.
Ως ιδεολογικό και πολιτικό κίνημα και ως λογοτεχνικό ρεύμα, αυτή η αγάπη των ξένων αλλά και η δηλούμενη εύνοια και ενδιαφέρον υπέρ των ελληνικών θέσεων, ιδιαίτερα κατά την περίοδο πριν και κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821 με ηθική και υλική συμπαράσταση, καθιερώθηκε να λέγεται Φιλλεληνισμός
Αίτια Φιλελληνισμού
Ως αίτια του φιλελληνισμού θα μπορούσαν να απαριθμηθούν: α) ο κλασικισμός και ο θαυμασμός προς την αρχαία Ελλάδα. Οι φιλόσοφοι και αισθητικοί Χέρντερ και Λέσσινγκ, αλλά και ο ιδρυτής της αρχαιολογίας Βίνκελμαν, οι Σατωμπριάν και Χέλντερλιν οι ποιητές Γκαίτε και Σίλερ είχαν ανανεώσει το ενδιαφέρον για τον αρχαίο Ελληνικό πολιτισμό. Ενώ ο Βολταίρος αποστρέφεται τους Τούρκους κατακτητές της κλασικής γης. Σειρά πνευματικών κινημάτων, Ουμανισμός, Αναγέννηση, Διαφωτισμός έχουν ως ιδεώδες τους την κλασική αρχαιότητα. β) το ομόθρησκο των Ελλήνων όχι μόνο με τους ορθόδοξους Ρώσους, μα και τους καθολικούς και τον προτεσταντικό κόσμο της Δύσης. γ) ο πολιτικός φιλελευθερισμός, ό,τι απέμεινε από τη Γαλλική Επανάσταση και η αντίσταση προς κάθε αντιδραστική κίνηση (παλινόρθωση στη Γαλλία, Ιερή συμμαχίες, δ) ο Ρομαντισμός ε) η διεθνής φιλανθρωπία, στ) η ζωτικότητα και τα σύγχρονα χαρακτηριστικά του νέου Ελληνισμού: γνωστά στους δυτικούς από τις Ελληνικές κοινότητες της διασποράς, αλλά και από Έλληνες λογίους που δρουν στη Δύση, ζ) ο περιηγητισμός προσφέρει μια επίκαιρη εικόνα της νεοελληνικής ζωής και των προβλημάτων της, η) οι προσωπικές φιλοδοξίες μεμονωμένων ατόμων που δεν είναι πάντα εύκολο να διαχωριστούν από τον θαυμασμό για τον αρχαίο πολιτισμό ή το ενδιαφέρον για τον αγώνα των Ελλήνων, θ) οι πολιτικές επιδιώξεις και οι ανταγωνισμοί των Μεγάλων Δυνάμεων στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου.

Προσφορά Φιλελληνισμού

1.Οικονομική ενίσχυση (χρήματα,εφόδια)
2.Ηθική (ποικίλλες εκδηλώσεις συμπαράστασης)
3.Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει στους φιλέλληνες που συμμετείχαν προσωπικά στον αγώνα και στις προσπάθειες συγκρότησης κράτους.

Το τέλος του φιλελληνισμού-μια αποτίμηση

Η κινητοποίηση των ξένων υπέρ της Ελληνικής υπόθεσης βόηθησε στην ηθική δικαίωση και ψυχολογική ενίσχυση των Ελλήνων επαναστατών και του αγώνα τους. Όσον αφορά τις κυβερνήσεις φαίνεται να έμειναν ανεπηρέαστες στις αποφάσεις τους από όλη αυτήν την κίνηση. Οι ενδοευρωπαϊκοί ανταγωνισμοί και συσχετισμοί των δυνάμεων καθώς και η επιθυμία τους να κλείσει ένα πεδίο αναταραχής στην ανατολική Μεσόγειο καθόρισε την πολιτική τους απέναντι στην Ελληνική Επανάσταση. Ο φιλελληνισμός του Αγώνα τερματίζει για διάφορους λόγους: α)η δημιουργία του Ελληνικού κράτους που είναι το επιστέγασμα των Ελληνικών προσπαθειών β)η σύγκρισή του με το ευρωπαϊκό πολιτισμικό επίπεδο προκαλεί την απογοήτευση γ)ο κλασικισμός γνωρίζει μια κάμψη και περιορίζεται σε επιστημονικό επίπεδο δ)οι δημοκρατικοί και φιλελεύθεροι κύκλοι της Ευρώπης αναζητούν εκτός αρχαίων ελληνικών προτύπων τα μέσα έκφρασής τους. ε) αναδύεται η αμφισβήτηση της αρχαιοελληνικής καταγωγής των Νεοελλήνων από τον Φίλιπ
Φαλμεραύρερ.

Γνωστοί Φιλέλληνες


Λόρδος Βύρων



Φαβιέρος


















Ι.Μάγιερ


















Κόμης Σανταρόζα